Новогреческий словарь
επαυχένιος
επαυχένι|ος
носимый на шее
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
носимый на шее
? —
επαυχένιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
επαυχένιος
? — носимый на шее
#
(ново)греческий словарь
—
εσταντανέ
—
στεναχωριέμαι
—
κάλυψη
—
αλυτάρωτος
—
φραγκοπαπαδιά
—
αξάκριστος
—
παραποίηση
—
βολεμένος
—
προσυνεννόηση
—
αφραστος
—
γιγάντια
—
αποκεντρώνω
—
εξακοσιετηρίδα
—
σφόλιαρος
—
υδροβιολογικός
—
άδροσος
—
στηθοχτυπιέμαι
—
γαμίκος
—
χωρισμένος
—
νευροπαθολόγος
—
παροπλίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,