Новогреческий словарь
κάλυκας
κάλυκας
ο 1)
гильза
(патрона, снаряда);
2) бот.
чашечка
(цветка)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гильза
? —
κάλυκας
как на
(ново)греческом
будет слово
чашечка
? —
κάλυκας
как с
(ново)греческого
переводится слово
κάλυκας
? — гильза, чашечка
#
(ново)греческий словарь
—
φορεμένος
—
ξέθαμμα
—
ασφαλής
—
στύψιμο
—
σφεντονάω
—
δρομερός
—
βρετκά
—
ριψοκινδυνεύω
—
ανατοποθέτηση
—
δημοσιότητα
—
παραχωρητήριο
—
λεπτοδείκτης
—
κρέξ
—
επίλοιπος
—
μπογιατίζω
—
λατύπη
—
σειριώ
—
μακελειό
—
σπειρούμαι
—
λιλά
—
αμφικτιονία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,