Новогреческий словарь
προσμανθάνω
προσμανθάνω
(αόρ. προσέμαθον)
узнавать дополнительно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
узнавать дополнительно
? —
προσμανθάνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσμανθάνω
? — узнавать дополнительно
#
(ново)греческий словарь
—
μολεμένος
—
σφαιριστής
—
μεταλλοχρωμία
—
εύθυνσις
—
διαμοιράζω
—
υπεξαιρέτης
—
ξυλοπάπουτσο
—
ταριχεύομαι
—
πτερνίζω
—
καθημερινός
—
βλαχοποιμήνας
—
μεταμορφωσιγενής
—
γεροντοκόριτσο
—
μεθυστικός
—
μαλώνω
—
αμβλύνους
—
νοσηλεία
—
Περουβιανή
—
βετούλη
—
ονειροπόλημα
—
καταρρακώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,