Новогреческий словарь
δεύτεροπρόσωπος
δεύτεροπρόσωπ|ος
грам.
относящийся ко второму лицу
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся ко второму лицу
? —
δεύτεροπρόσωπος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δεύτεροπρόσωπος
? — относящийся ко второму лицу
#
(ново)греческий словарь
—
αθέρμιστος
—
καλπαστικός
—
πολυθεϊστικός
—
κοπίς
—
γαλάλιθος
—
εγωίστρια
—
καμινέας
—
γερακομύτης
—
φασίστας
—
οπερέττα
—
προπηλάκισμός
—
ευφημιστής
—
κατηχητής
—
αξονομετρία
—
συνωμοσία
—
αφιλοστοργία
—
κυβευτής
—
θαυμαστής
—
ιδικός
—
ενυπάρχω
—
λιοτριβάρης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,