Новогреческий словарь
καταπαυστικός
καταπαυστικός
успокаивающий, успокоительный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
успокаивающий
? —
καταπαυστικός
как на
(ново)греческом
будет слово
успокоительный
? —
καταπαυστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταπαυστικός
? — успокаивающий, успокоительный
#
(ново)греческий словарь
—
σύγκλιση
—
δικονομικά
—
γυψοποιία
—
φεουδαρχικός
—
δηλωτός
—
αποκληρωτικός
—
φίλυπνος
—
μολυβδασφάλεια
—
χαρτοβιβλιοπωλείο
—
χαράκι
—
κουτσομάγαζο
—
αβαντσάρισμα
—
μπαξεβάνος
—
αγγελοκρίτης
—
τσομπαναριό
—
αδιάρρηκτος
—
αλαφροήσκιωτος
—
ακατάθετος
—
έκκεντρος
—
ηδύοσμον
—
παρλαπίπας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,