διασταυρόμεν|ος

формы словаβ
διασταυρόμεν|ος
перекрёстный
          διασταυρόμενα πυρά — воен. перекрёстный огонь



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово перекрёстный? — διασταυρόμενος
как с (ново)греческого переводится слово διασταυρόμενος? — перекрёстный


ανδράποδοανακτοβούλιοαναβαθμίδαφυσικοχημικόςγλαυκωματικόςκαλαμπουριστήςεπιπωματικόςβαθυκόκκινοςκούνουπαςσύνταςλυσσόδηχτοςηλεκτροτεχνικόςλυκίσκοςφορομπηχτικόςπλαγιαστόςσυνειρμικόςάσφακτοςψειρήςκαταχαλώνέμομαιεξακολουθητικώς




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit