τετραμηνιαίος

формы словаβ
τετραμηνιαίος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τετραμηνιαίος? —


παγιδεύωκρατητάπεντηκονταετήςμουσικοκριτικόςπροβατάρηςδαψιλήςακουστάδίφροςχτυπητόςεξαγριωμένοςμουφλόνΘεομακάριστοςμεταλλουργικήγατιέςπαθητικόςλωποδυτικόςδιαπλατύνωάλοφοςαποσώζωαναγνώνωαστειολογία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit