οργιλότητα

формы словаβ
οργιλότητα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οργιλότητα? —


καναδέζικοςαναμόλυνσηαποχαυνώνωισπανικάπατροπαράδοτοςκορεσμόςαπείκαστοςαδάκρυτοςμπογιατζίδικοξελαφρωμένοςψαρόσουπαεκτείνωκανονικότηταχωριατοσύνηγρσφολόγοςεσοχάςφώλινταβραντώσυνταξιοδοτικόςΑγγλικανικόςεκλαΐκευση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit