φαινικούχ|ος

формы словаβ
φαινικούχ|ος
хим. феноловый



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово феноловый? — φαινικούχος
как с (ново)греческого переводится слово φαινικούχος? — феноловый


κούτσουροκοσμίακαρυδόκομποςαναρρωτήριοσημειωτέοςδιαφοροποιούμαιαφερματίζωβελονόκαρφορίγαδημότιςεκπλυσηδεκαοκταετίαφορόσημοθηλυκωτήριαναγορευμένοςυπερψύχωμαυροντυμένοςδιακλαδώνομαιισοσκελήςτοκατά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit