αρτηριοσκλήρυνση

формы словаβ
αρτηριοσκλήρυνση
η мед. артериосклероз



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово артериосклероз? — αρτηριοσκλήρυνση
как с (ново)греческого переводится слово αρτηριοσκλήρυνση? — артериосклероз


φιλέςάριστοςέλαιονβιωσιμότηταναστόχαρτοστεγανότηταΘεσσαλονίκηκαρδιοχειρουργικήμαγιάξίκιρατσισμόςυποδιδάσκαλοςζορκιάλάβρακοςλούνικμαλαγάναςχεράκιπροκηρήσσωεθνικότηταδάμασηόμμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit