Новогреческий словарь
υπερίδρωσις
υπερίδρωσις
(-εως) η мед.
гипергидроз, усиленное потоотделение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гипергидроз
? —
υπερίδρωσις
как на
(ново)греческом
будет слово
усиленное потоотделение
? —
υπερίδρωσις
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπερίδρωσις
? — гипергидроз, усиленное потоотделение
#
(ново)греческий словарь
—
ανάρμοστος
—
ακυρώνω
—
πληγιάζω
—
ρεκόρ
—
αμακατζού
—
πένταθλο
—
συντομογραφία
—
τόρνευση
—
αγγλομανής
—
πολυτέλεια
—
καταβοώ
—
χαβούζα
—
ξέζωσμα
—
διάλεπτος
—
αναγνωσματογράφος
—
κοροϊδιλίκι
—
αλογοφόρτι
—
προϊστορικά
—
αναξιοπαθής
—
αλαφράγκα
—
τσορβάς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,