Новогреческий словарь
χρήζω
χρήζω
нуждаться
;
τό ζήτημα ~ει ερεύνης — вопрос нуждается в исследовании
;
~ περιθάλψεως — нуждаться в помощи
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
нуждаться
? —
χρήζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
χρήζω
? — нуждаться
#
(ново)греческий словарь
—
ημιανοιγμένος
—
κηπευτικός
—
βιβλιοστάτης
—
επιδεκτικότητα
—
φραντζόλα
—
κουβέλλι
—
αναθομίζω
—
φαρμακοποιία
—
μουστερής
—
εργολήπτης
—
θεοποιημένος
—
συνοπτικός
—
εξαρθρωτικός
—
εμπορείο
—
στυλίτης
—
υστεροχρονολογία
—
μουρντάρεμα
—
μοναστήρι
—
διαφθορείο
—
αλήτικος
—
υδατοσκοπία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,