Новогреческий словарь
καμουφλαρισμένος
καμουφλαρισμέν|ος
камуфлированный, замаскированный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
камуфлированный
? —
καμουφλαρισμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
замаскированный
? —
καμουφλαρισμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
καμουφλαρισμένος
? — камуфлированный, замаскированный
#
(ново)греческий словарь
—
αγκιστρώδης
—
εξορκιστικός
—
καρδιοτονωτικός
—
οπάλλι
—
ξεπουπούλιασμα
—
πλάκωμα
—
μεγάλυνση
—
κακάο
—
αργατικό
—
θωρακοφόρος
—
παρατηρητέον
—
χασικλής
—
γραμματόπλεγμο
—
βιβλιοφύλακας
—
δημοπράτηση
—
περιτυλίγω
—
επιμερισμός
—
ρέμπελος
—
εμπορευματογνωσία
—
ευωδιάζω
—
υμενοειδής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,