Новогреческий словарь
αυτοεπίδειξη
αυτοεπίδειξη
η
рисовка, позёрство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рисовка
? —
αυτοεπίδειξη
как на
(ново)греческом
будет слово
позёрство
? —
αυτοεπίδειξη
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτοεπίδειξη
? — рисовка, позёрство
#
(ново)греческий словарь
—
ευαρμοστώ
—
τυποποιώ
—
πικάρισμα
—
φυγοδικούμενος
—
μοοσόληπτος
—
αισχρολόγημα
—
γεναρχία
—
ερυθρώ
—
αρχιδούκας
—
ενοφθαλμισμός
—
απόχυμα
—
ισοφαρίζω
—
αμφίκυρτος
—
ετερόχειρος
—
γεύω
—
οξύαυλος
—
χαϊδολόγημα
—
αποθησαύρισμα
—
έναυση
—
κατασκήνωση
—
τεκμηριώνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,