Новогреческий словарь
αλπινίστρια
αλπινίστρια
η 1)
альпинистка
;
2) мн.ч.
альпийские стрелки
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
альпинистка
? —
αλπινίστρια
как на
(ново)греческом
будет слово
альпийские стрелки
? —
αλπινίστρια
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλπινίστρια
? — альпинистка, альпийские стрелки
#
(ново)греческий словарь
—
βισμουθιακός
—
πνευμονογράφημα
—
άνωρα
—
παραφορτωμένος
—
πριονιστικός
—
σάρωση
—
φθισιατρείο
—
βαρυποινίτης
—
αναφυσώ
—
ζύγια
—
ιππεύτρια
—
άσφαλος
—
αντραγάθημα
—
μπουρινιάζω
—
γρύφονας
—
γυαλί
—
ενιαίος
—
ανεικονικότητα
—
ομόλογος
—
ρετιρέ
—
κυανωπός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,