Новогреческий словарь
εκτελεστής
εκτελεστ|ής
ο
исполнитель
;
~ διαθήκης — исполнитель последней воли (умершего); душеприказчик (уст.)
;
~ λαϊκών τραγουδιών — исполнитель народных песен
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
исполнитель
? —
εκτελεστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκτελεστής
? — исполнитель
#
(ново)греческий словарь
—
ακοντίστρια
—
φλομπέρ
—
μετακομίζω
—
κρητιδικός
—
εφτάστερο
—
δερματένιος
—
λασπώδης
—
καταφέρνω
—
μεταμοντερνιστικός
—
σφαδάζω
—
βαθιοπράσινος
—
λαϊκοδημοκρατικός
—
αποκάρωμα
—
ξεροκοκκίνισμα
—
μύ
—
αντιμεταθέτω
—
περιφορά
—
μετατάσσω
—
αντιδημαρχία
—
ακρόδεσμος
—
σπιτάλιο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,