Новогреческий словарь
ευκολοσήκωτος
ευκολοσήκωτ|ος
легко поднимаемый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
легко поднимаемый
? —
ευκολοσήκωτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ευκολοσήκωτος
? — легко поднимаемый
#
(ново)греческий словарь
—
κόφτης
—
διακριβωτήρας
—
κρανιοτομή
—
τοκολόγιο
—
κατακλίνομαι
—
ξετσιπώνομαι
—
αυτοκολακεύομαι
—
κατασώτευσις
—
πλατύσκαλο
—
συστήνομαι
—
διαπερατότητα
—
ασυγκράτητος
—
ανακαγχάζω
—
μηλόκρεμα
—
γλυκοθωρω
—
αρχιτεκτονία
—
εύδρομο
—
γριλλιαστός
—
γνήσιος
—
αλειάνιστος
—
γαριφαλιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,