σιλουέττα

формы словаβ
σιλουέττα
η силуэт;

===
          χάνω τή ~ μου — потерять фигуру



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово силуэт? — σιλουέττα
как с (ново)греческого переводится слово σιλουέττα? — силуэт


στέγητριάρμπουροςοντουλασιόνχαϊμαλίπεριγραφήρινηλασίαταξινόμησηστοιχειομετρίαδιάφοροςμυρμήγκιμεγαλομάτηςξεναγώεκνευρισμόςενθουσιαστήςάλιαστοςναζιστήςδιπλόσχημοςγλυκοχαμόγελοςανάφλογοςγλαυκόφθαλμοςπαραισθησία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit