Новогреческий словарь
νοστιμεύομαι
νοστιμεύομαι
сильно желать, хотеть
; [x:trans]сильно желать,сильно хотеть[/x:trans]
τή ~εται — [phrase]она ему нравится[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сильно желать
? —
νοστιμεύομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
сильно хотеть
? —
νοστιμεύομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
νοστιμεύομαι
? — сильно желать, сильно хотеть
#
(ново)греческий словарь
—
παπλωματάδικο
—
απεργοσπάστης
—
στανταρτισμός
—
ουρανόχρους
—
επαναπατρισμός
—
σπίνος
—
παρένθετος
—
μικτός
—
εισαγωγέας
—
ξυλίζω
—
επαγωγέας
—
υπερφυσικός
—
λαναράς
—
πολυακόρεστος
—
κεραμοσκεπής
—
ρετσέλι
—
ασυκοφάντητος
—
ξερογλείφω
—
υπουρίς
—
ανακριτικός
—
διαλάλημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,