Новогреческий словарь
μπεκιάρικος
μπεκιάρικ|ος
холостяцкий, холостой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
холостяцкий
? —
μπεκιάρικος
как на
(ново)греческом
будет слово
холостой
? —
μπεκιάρικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπεκιάρικος
? — холостяцкий, холостой
#
(ново)греческий словарь
—
γνωριζούμενος
—
αποστατικός
—
καθαρός
—
αποσυνδέω
—
λιμνόβιος
—
καλοξετάζω
—
λάμπος
—
βάθρακος
—
δασκάλαινα
—
μοναχή
—
ποδοσφαιρικός
—
εποχετεύω
—
εξωκκλήσι
—
κουράδω
—
συναγωνίζομαι
—
αρειμανίως
—
μυρωδάτος
—
απάνεμος
—
μυριστικά
—
τελίτσα
—
μαγνητοσκόπιο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,