Новогреческий словарь
στεφανιαίος
στεφανιαί|ος
анат.
венечный, коронарный
;
~αία αρτηρία — венечная артерия
;
~αία αγγεία — коронарные сосуды
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
венечный
? —
στεφανιαίος
как на
(ново)греческом
будет слово
коронарный
? —
στεφανιαίος
как с
(ново)греческого
переводится слово
στεφανιαίος
? — венечный, коронарный
#
(ново)греческий словарь
—
άγγελίνα
—
ενδεκάμηνον
—
μισθωτικός
—
δρομάκι
—
πασπάλι
—
στοιχειοθετικός
—
λιμενοδείκτης
—
ενθρονιάζω
—
φάρδαιμα
—
ανεμοκυκλίζομαι
—
φροντιστής
—
προβατοτροφία
—
βραβεύομαι
—
συμπλέκτης
—
κατάχρηση
—
τρυγία
—
ώρα
—
σκεπτικότητα
—
δαιμονιώ
—
ναυτοδικείο
—
βουτυρώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,