Новогреческий словарь
πρωτόγερος
πρωτόγερ|ος
ο ист.
первый старейшина
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
первый старейшина
? —
πρωτόγερος
как с
(ново)греческого
переводится слово
πρωτόγερος
? — первый старейшина
#
(ново)греческий словарь
—
βρίζομαι
—
φτεροπηδάω
—
δημοφιλής
—
επισύναψη
—
τσαούσης
—
αβγοδάρτης
—
προσθέτω
—
φανταιζί
—
αηδονίσιος
—
γυαλοκόπημα
—
απόδειπνο
—
πλατσουλίζω
—
βοητός
—
λυκαυγές
—
τελετουργικά
—
συζυγικός
—
πυράγρα
—
στάθμευση
—
στροφορμή
—
αριστούχος
—
κωλοκουμούνι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,