Новогреческий словарь
κύστη
κύστη
η 1) анат.
пузырь
;
2) мед.
киста
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пузырь
? —
κύστη
как на
(ново)греческом
будет слово
киста
? —
κύστη
как с
(ново)греческого
переводится слово
κύστη
? — пузырь, киста
#
(ново)греческий словарь
—
κερασύς
—
μανίκι
—
επικτηνίατρος
—
αγριόχορτο
—
χουζούρεμα
—
υποτιμητικός
—
κορούνδιο
—
κατανοητός
—
βουτυρίνη
—
μηρυκαστικό
—
φέλπα
—
έκτρωμα
—
εξελικτικός
—
κυβοειδής
—
γλυκόλογο
—
μεσοκόβω
—
υδροσκοπικός
—
βαλλόμενος
—
αδήλωτος
—
αποστράτευση
—
κουρτέλο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,