Новогреческий словарь
αυλαία
αυλαία
η
занавес
;
υψώνεται (или αίρεται) η ~ — занавес поднимается
;
πέφτει (или πίπτει) η ~ — занавес опускается
;
===
άς άρωμεν τήν ~ διό... — [phrase]давайте приподнимем завесу над...[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
занавес
? —
αυλαία
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυλαία
? — занавес
#
(ново)греческий словарь
—
ακαλαφάτιστος
—
οδοντοϊατρός
—
γαλανάδα
—
ενεχυρίαση
—
ασφαλιστικό
—
αγγελτήριο
—
βεβαιωτικός
—
αναδεχτούρι
—
αυτοκολακευόμενος
—
σπαθόχορτο
—
γουτταπέρκα
—
αμφιάρθρωση
—
επάνω
—
διαλαλώ
—
έξαψη
—
Καναδέζα
—
συμπίπτω
—
θυμίαση
—
μαργαρόρριζα
—
λιγοψυχώ
—
αγρύπνημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,