Новогреческий словарь
μικρόκοκκος
μικρόκοκκ|ος
ο 1)
зёрнышко
;
2) биол.
микрококк
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
зёрнышко
? —
μικρόκοκκος
как на
(ново)греческом
будет слово
микрококк
? —
μικρόκοκκος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μικρόκοκκος
? — зёрнышко, микрококк
#
(ново)греческий словарь
—
ευνοϊκός
—
κιβώριο
—
καταμόσχευσις
—
κατάσχεση
—
δισεκατομμυριούχος
—
ελκυσμός
—
αζιμούθ
—
άχτι
—
αλμυρίζω
—
μικροβιολυσίνη
—
αυτοκυρίαρχος
—
στάζω
—
ταλανισμός
—
τουμπελέκι
—
εθνικοαπελευθερωτικός
—
χασεδένιος
—
τετράστιχο
—
ενάντια
—
απατίτης
—
αυτογονιμοποίηση
—
χαϊβάνι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,