συρρικνώ

формы словаβ
συρρικνώ
морщить



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово морщить? — συρρικνώ
как с (ново)греческого переводится слово συρρικνώ? — морщить


ρωμαίϊκομεταλλουργόςκατευθυνόμενοςξανακτίζωλεκέςσκευαστόςλιογέννητοςδυστροπίααντιρρητικόςμπουκέττοΙνδοευρωπαίοικόνικλοςκατασκηνωτήςβροχάδαμπερμπαντάκοςκορφολόγοςεξαδυνατώωογόνιοχωροφυλακήτεκμαίρομαιδιαλλαχτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit