ανερράγην

формы словаβ
ανερράγην
παθ. αόρ. от αναρρηγνύω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανερράγην? —


αυτόβαπτοςκάλοςσυνειδητόςοινοπώλιςεπιμαρτυρώωστόσοεκρωσισμόςσυμμαθητήςαγροληπτικόςβίααντάξιοςατσαλάκωτοςραψωδίακωλοδικηγόροςκιτρινιάζωαψόθυμοςχρυσοτέχνηςαπρόφθαστοςπροκάλυψηλιμνούλαστάθμευση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit