Новогреческий словарь
συγκυριακά
συγκυριακά
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
συγκυριακά
? —
#
(ново)греческий словарь
—
λοξοκοίταγμα
—
έμπυον
—
αναπάντεχος
—
ιθαγένεια
—
δρεβενίτσα
—
οινοπνευματοποιία
—
κατηγορώ
—
αναποδογύρισμα
—
διωγμός
—
κονιοσκόπιο
—
φυτοπαθολογία
—
δακρύβρεκτος
—
σατιρογραφία
—
παλουκώνω
—
ζαμπονόπιτα
—
στειφτός
—
απόλιγος
—
εργογράφος
—
στενογραφικά
—
αριστερίστρια
—
πλουσιοκόριτσο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,