Новогреческий словарь
αλληλοεπηρεαζόμενος
αλληλοεπηρεαζόμενος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλληλοεπηρεαζόμενος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αυθαιμοθεραπεία
—
εξάγραμμον
—
δάμαλις
—
κραδαντήρ
—
αυτοβαφής
—
σπαλέττα
—
ονειρώδης
—
αμπελόχα
—
επιξέω
—
εγωιστής
—
αποκύημα
—
εισήλασα
—
ανοργανωσιά
—
εγκλιματιστικός
—
ατρικύμιστος
—
αστρομαντεία
—
αγουρογίνομαι
—
στηθοκατάρρους
—
σιβηρικός
—
βουτυροπώλης
—
εκλέγειν
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,